Περίεργος /peˈri.er.gos/ AdjectiveEnglishcurious한국어궁금하다ExampleΕίναι τέτοιο **περίεργο** αγόρι, συνέχεια ρωτάει πράγματα.He is such a curious boy, always asking questions.Εδώ το 'περίεργο' έχει θετική χροιά, σαν 'ερευνητικό'.