περιπολώ /peri.poˈlo/ NounEnglishpatrol한국어순찰ExampleΗ ομάδα ασφαλείας κάνει **περιπολία** κάθε δύο ώρες.The security team conducts a patrol every two hours.Η λέξη «περιπολία» είναι η πιο άμεση μετάφραση.