περίπτωση /peˈri.p.si/ NounEnglishcase한국어경우 (Gyeong-u)ExampleΣε μερικές περιπτώσεις, το λογισμικό μπορεί να «κολλήσει» (κολλάω/κολλήσω).In some cases, the software may crash.Η λέξη 'περίπτωση' είναι η πιο συχνή επιλογή.