περίπτωση /peˈri.pti.si/ NounEnglishinstance한국어사례ExampleΗ έκθεση αναδεικνύει πλήθος περιπτώσεων (πληθώρα / πλήθος / σειρά) αδικίας.The report highlights a number of instances of injustice.Το 'πληθώρα' δίνει έμφαση στον μεγάλο αριθμό.