Επιφυλακτικός /epi.fi.la.ktiˈkos/ Επίθετο
- English
- circumspect
- 한국어
- 신중하다
Example
- Ο διπλωμάτης ήταν **περίσκεπτος** στην απάντησή του προς τον Τύπο. (Επιφυλακτικός / Φρόνιμος / Σκεπτικός) — Ο διπλωμάτης κράτησε χαμηλούς τόνους.
- The diplomat was circumspect in his response to the press.
- Δείχνει σοβαρότητα και έλεγχο σε δημόσια δήλωση.