περίσταση /peɾiˈstasi/ Noun
- English
- circumstance
- 한국어
- 상황 (Situation/Circumstance)
Example
- Η Αστυνομία δήλωσε ότι δεν υπήρχαν ύποπτες **περιστάσεις** γύρω από τον θάνατο του αγοριού.
- Police said there were no suspicious circumstances surrounding the boy's death.
- Εδώ το 'περιστάσεις' είναι η πιο τυπική επιλογή.