ΕΠΕΞΗΓΩ / ΠΕΡΙΤΕΧΝΟΣ /epiksiˈʝo/ Επίθετο

English
elaborate
한국어
정교한 / 상세히 설명하다

Example

  • Η εταιρεία έχει έναν **περίτεχνο** (λεπτομερή / περίπλοκο / καλοσχεδιασμένο) μηχανισμό ασφαλείας.
  • The company has an elaborate security system.
  • Τονίζει την υψηλή ποιότητα σχεδιασμού.