εύρος /ˈevros/ Noun
- English
- scope
- 한국어
- 범위
Example
- Υπάρχει άπλετο [περιθώριο] (περιθώριο / περιθώριο / δυνατότητα) βελτίωσης στην τρέχουσα ροή εργασίας μας.
- There is plenty of scope for improvement in our current workflow.
- Το 'περιθώριο' δίνει μια αίσθηση χώρου για ανάπτυξη.