Περιοδικό /peɾioˈðiko/ Noun

English
magazine
한국어
잡지

Example

  • Κάνω εγγραφή στο μηνιαίο επιστημονικό [περιοδικό] (Επιστήμη / Τεχνολογία / Γνώση) — για να μην χάνω κανένα τεύχος.
  • I subscribe to a monthly science magazine.
  • Το 'εγγραφή' είναι η σωστή λέξη για συνδρομή.