πέτρα /ˈpetra/ NounEnglishstone한국어돌ExampleΤα τείχη του κάστρου χτίστηκαν από γκρίζα [πέτρα] — του [λίθος] / [βότσαλο].The castle walls were built of grey stone.Η 'πέτρα' είναι η πιο κοινή λέξη για το δομικό υλικό.