Πιάτο /pʲaˈto/ Noun

English
dish
한국어
요리 (Yori)

Example

  • Τοποθέτησε το ταψί (ταψί / σκεύος ψησίματος) στον φούρνο.
  • She placed the baking dish in the oven.
  • Το ταψί είναι ειδικό βαθύ πιάτο για ψήσιμο.