γήπεδο /pɪtʃ/ Noun

English
pitch
한국어
피칭(제안) / 경기장

Example

  • Οι παίκτες βγήκαν στο [γήπεδο] για να ζεσταθούν.
  • The players walked onto the pitch to warm up.
  • Στην Ελλάδα, το 'γήπεδο' καλύπτει σχεδόν όλες τις περιπτώσεις αθλητικού χώρου.