πλειοψηφία /pli.o.psi.ˈfi.a/ NounEnglishmajority한국어대다수ExampleΗ πλειοψηφία των εργαζομένων δουλεύει από το σπίτι.The majority of the staff works from home.Εδώ η πλειοψηφία λειτουργεί ως ενικός αριθμός, παρόλο που αναφέρεται σε πολλούς.