περισσεύω / περίσσευμα /perisˈevo/ Ουσιαστικό
- English
- surplus
- 한국어
- 잉여 (Surplus)
Example
- Το αγρόκτημα δώρισε το [πλεόνασμα] των λαχανικών του στο τοπικό καταφύγιο.
- The farm donated its surplus of vegetables to the local shelter.
- Το «πλεόνασμα» εδώ τονίζει την οικονομική/υλική περίσσεια.