Πλούτος /pluˈtos/ Ουσιαστικό
- English
- wealth
- 한국어
- 부(富)
Example
- Η επιθυμία για απόκτηση πλούτου και εξουσίας είναι μια κοινή ανθρώπινη ορμή. [Πλούτος] [Ευμάρεια] [Αφθονία]
- The desire to gain wealth and power is a common human drive.
- Εδώ ο πλούτος είναι η κινητήρια δύναμη.