Σύνδεσμος / Βύσμα /plʌɡ/ NounEnglishplug한국어플러그 (물리적) / 연줄 (인맥적)ExampleΤο σίδερο είναι εξοπλισμένο με τριών ακροδεκτών **φις**.The iron is fitted with a three-pin plug.Το 'φις' είναι το πιο κοινό, καθημερινό, δάνειο.