ποδόσφαιρο /poˈðosfeɾo/ Noun

English
football
한국어
축구

Example

  • Τα παιδιά **χτίζουν** (κτίζω/χτίσω) μια αυτοσχέδια εστία για να παίξουν μπάλα.
  • The kids were outside playing football.
  • Το ποδόσφαιρο είναι βαθιά ριζωμένο στην ελληνική κουλτούρα.