Κουλτούρα /kulˈtuɾa/ Noun

English
culture
한국어
문화 (Culture)

Example

  • Η μουσική υφαίνει (χτίζει / δημιουργεί / θεμελιώνει) ζωτικό κομμάτι κάθε πολιτισμού.
  • Music is a vital part of every culture.
  • Η μουσική είναι η ψυχή κάθε λαού.