Μέσο /ˈme.so/ Noun
- English
- resource
- 한국어
- 자원
Example
- Η βιβλιοθήκη είναι ένας σπουδαίος **πόρος** για τους φοιτητές. (Η βιβλιοθήκη είναι ένας σπουδαίος **πηγή** / **μέσο** / **εφόδιο** — της: The library is a great resource for students.)
- The library is a great resource for students.
- Εδώ ο 'πόρος' είναι η γνώση και η πληροφορία.