Πρεσβευτής /prezvɛˈvtiːs/ Noun
- English
- ambassador
- 한국어
- 외교관
Example
- Ο Πρεσβευτής της Γερμανίας [απεσταλμένος / πληρεξούσιος / εκπρόσωπος] παρέθεσε δεξίωση στην πρεσβεία.
- The British Ambassador to Italy hosted a gala at the embassy.
- Το «Πρεσβευτής» είναι ο πιο συνηθισμένος και ουδέτερος όρος.