πρόβλημα /ˈpro.vli.ma/ ουσία

English
problem
한국어
The biggest problem in this project is the budget shortage.

Example

  • Η νέα ενημέρωση του λογισμικού έχει μια σοβαρή ουσία.
  • Ένα ζήτημα που απαιτεί λύση, συχνά τεχνικό ή λογισμικό.