Προδιαγραφή /proðʝaɣraˈfi/ Noun

English
specification
한국어
사양 (Specification)

Example

  • Οι τεχνικές **προδιαγραφές** του νέου smartphone είναι εντυπωσιακές.
  • The technical specifications of the new smartphone are impressive.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο πληθυντικός, όπως συχνά συμβαίνει σε τεχνικά έγγραφα.