Πρόεδρος /proˈeðros/ NounEnglishpresident한국어대통령ExampleΟ **Πρόεδρος** (Αρχηγός / Ηγέτης / Κεφαλή) της Δημοκρατίας παρέστη στην τελετή.Several presidents attended the funeral.Στην πολιτική, ο 'Πρόεδρος' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος.