Προφανώς /profaˈnos/ Adjective
- English
- obvious
- 한국어
- 당연하다 / 뻔하다
Example
- Ξέρω ότι δεν τη συμπαθείς, αλλά προσπάθησε να μην το κάνεις τόσο **προφανές**.
- I know you don't like her but try not to make it so obvious.
- Εδώ τονίζεται η υπερβολική έκφραση του συναισθήματος.