πρόγραμμα /proˈɣramːa/ Noun

English
program
한국어
프로그램

Example

  • Θα χρειαστεί να κατεβάσεις και να εγκαταστήσεις το πρόγραμμα στον υπολογιστή σου.
  • You'll need to download and install the program on your computer.
  • Εδώ το 'πρόγραμμα' είναι το λογισμικό.