προηγούμενο /proiˈɣmeno/ NounEnglishprecedent한국어선례ExampleΗ απόφαση αυτή έθεσε ένα **προηγούμενο** για μελλοντικές υποθέσεις δυσφήμισης.The ruling set a precedent for future libel cases.Εδώ το «θέτω» είναι η μαγνητική λέξη.