προηγούμενος /proiɣuˈmenos/ Adjective
- English
- prior
- 한국어
- 이전의
Example
- Δεν είχε καμία προηγούμενη γνώση για το πάρτι-έκπληξη. [Προηγούμενη / Προϋπάρχουσα / Παλαιότερη] γνώση
- She had no prior knowledge of the surprise party.
- Το 'προηγούμενη γνώση' είναι η πιο φυσική επιλογή.