Προπτυχιακός Φοιτητής /proptixiaˈkos fiˈtitis/ Noun
- English
- undergraduate
- 한국어
- 학부생
Example
- Η βιβλιοθήκη των **προπτυχιακών φοιτητών** λειτουργεί 24 ώρες.
- The undergraduate library is open 24 hours.
- Το «προπτυχιακός» είναι ο πιο ακριβής όρος, αν και λίγο επίσημος.