προσπάθεια /apóˈpirɐ/ Noun
- English
- attempt
- 한국어
- 시도
Example
- Η **απόπειρα** διάσωσης ήταν επιτυχής. [Η **προσπάθεια** διάσωσης / Η **προσπάθεια** διάσωσης / Η **προσπάθεια** διάσωσης] — της: Η προσπάθεια διάσωσης ήταν επιτυχής.
- The rescue attempt was successful.
- Εδώ το 'απόπειρα' τονίζει την κρισιμότητα της στιγμής.