ανοδικά /anoˈðika/ Adverb

English
upwards
한국어
위로

Example

  • Κοίταξε [ανωφερικά] με τον ήχο του αεροπλάνου.
  • She glanced upwards at the sound of the plane.
  • Το 'ανωφερικά' είναι πιο ποιητικό, αλλά το 'προς τα πάνω' είναι το πιο συνηθισμένο.