Προσέλευση /pro.seˈle.fsi/ Noun
- English
- turnout
- 한국어
- 참석률 (Attendance rate / Turnout)
Example
- Η **προσέλευση** (προσέλευση / συμμετοχή / επιδόσεις) για την φιλανθρωπική γκαλά ξεπέρασε τις προσδοκίες μας.
- The turnout for the charity gala exceeded our expectations.
- Εδώ η 'προσέλευση' είναι η πιο φυσική επιλογή.