Άφιξη /ˈafiɣi/ Noun

English
landing
한국어
안착 (An-chak)

Example

  • Η [Προσγείωση] καθυστέρησε λόγω ομίχλης.
  • The landing was delayed by fog.
  • Το πιο άμεσο και τεχνικό αντίστοιχο.