Πρόσληψη /próslipsi/ Noun
- English
- intake
- 한국어
- 섭취 (Seop-chi)
Example
- Η αυξημένη [πρόσληψη] υγρών είναι απαραίτητη κατά τη διάρκεια της άσκησης.
- High fluid intake is recommended during exercise.
- Εδώ το «πρόσληψη» είναι ο πιο φυσικός όρος για ιατρική/διατροφική σύσταση.