Πρόσληψη /proˈslipsi/ Noun
- English
- recruitment
- 한국어
- 채용
Example
- Η **πρόσληψη** νέων μελών είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του συλλόγου. [Η **πρόσληψη** / η στελέχωση / η επιστράτευση] — της νέας φουρνιάς είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του συλλόγου.
- The recruitment of new members is essential for the club's survival.
- Εδώ το 'πρόσληψη' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.