προσωρινός /prosoˈrinɔs/ Επίθετο
- English
- temporary
- 한국어
- 일시적
Example
- Η διακοπή της κυκλοφορίας είναι μόνο **προσωρινή** (εφήμερη / πρόσκαιρη) — η κίνηση θα αποκατασταθεί σύντομα.
- The road closure is only temporary.
- Το 'προσωρινή' (θηλυκό) ταιριάζει με 'διακοπή' (θηλυκό).