ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ /pro.op.tiˈci/ NounEnglishprospect한국어전망ExampleΗ [προοπτική] (δυνατότητα/προσδοκία/ελπίδα) ενός μακροχρόνιου χειμώνα είναι καταθλιπτική.The prospect of a long winter is depressing.Εδώ η 'προοπτική' είναι η αναμενόμενη κατάσταση.