πρόσφατα /proˈsfaːta/ Επίρρημα

English
recently
한국어
최근

Example

  • Πρόσφατα αγόρασα ένα καινούργιο λάπτοπ.
  • I recently bought a new laptop.
  • Η λέξη 'αγόρασα' είναι αόριστος, δείχνει ολοκληρωμένη πράξη.