πρόσφατος /ˈprofsafos/ AdjectiveEnglishrecent한국어최근ExampleΜια [πρόσφατη] μελέτη δείχνει ότι ο ύπνος βελτιώνει τη μνήμη.A recent study shows that sleep improves memory.Το 'πρόσφατη' τονίζει την επικαιρότητα της έρευνας.