προθεσμία /ˈdɛdˌlaɪn/ Noun
- English
- deadline
- 한국어
- 마감 기한
Example
- Προτιμώ να δουλεύω με [προθεσμία] (χτίζω/χτίσω) — γιατί η πίεση με κινητοποιεί.
- I prefer to work to a deadline.
- Το «χτίζω» (imperfective) δείχνει τη διαδικασία της δουλειάς προς τον στόχο.