πρώτος /ˈpro.tos/ Adverb

English
first
한국어
첫 / 처음

Example

  • Θα τελειώσω τη δουλειά μου πρώτα (πρώτα / κατ' αρχάς / προηγουμένως).
  • I'll finish my work first.
  • Η τοποθέτηση του «πρώτα» πριν το ρήμα είναι πολύ συνηθισμένη.