προκαλώ /prokaˈlo/ VerbEnglishprovoke한국어자극하다ExampleΗ ανακοίνωση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. (Διεγείρω / Εγείρω / Δίνω αφορμή)The announcement provoked a storm of protest.Το «θύελλα αντιδράσεων» είναι η κλασική μαγνητική συζεύξη.