Πύραυλος /piˈravlos/ NounEnglishmissile한국어미사일ExampleΤο πλοίο χτυπήθηκε από έναν πλεύσιμο πύραυλο (βλήμα / ρουκέτα / βολή).The ship was struck by a cruise missile.Το 'πλεύσιμος' (cruise) είναι ο πιο σύγχρονος όρος.