Πύργος /'pirɣos/ Noun

English
tower
한국어
타워

Example

  • Η καμπάνα του **πύργου** χτύπησε μεσημέρι.
  • The church bell tower rang at noon.
  • Η εκκλησιαστική χρήση είναι πολύ συχνή.