πυροβόληση / φωτογράφιση /pirovoˈlisi/ Noun
- English
- shooting
- 한국어
- 촬영 (촬영)
Example
- Η Αστυνομία ερευνά τον [πυροβολισμό] (έρευνα / καταγγελία / αναφορά) — Η αστυνομία ερευνά τον πυροβολισμό.
- The police are investigating the shooting.
- Στην καθαρεύουσα, θα λέγαμε «η ρίψη πυρομαχικών».