ανασυντάσσομαι / συσπείρωση /anasintaˈso me/ Noun

English
rally
한국어
결집(집결) 및 반등

Example

  • Χιλιάδες διαδήλωσαν στο κλίματικό [συνάθροιση / διαδήλωση / πορεία] στο κέντρο.
  • Thousands attended the climate rally downtown.
  • Η «πορεία» είναι πιο δυναμική, η «διαδήλωση» πιο πολιτική.