ραντεβού /randeˈvu/ NounEnglishappointment한국어약속ExampleΈχω **ραντεβού** (Ραντεβού / Συνάντηση / Υποχρέωση) με τον οδοντίατρο στις τρεις.I've got a dental appointment at 3 o'clock.Το 'ραντεβού' είναι η πιο φυσική επιλογή για ιατρικά.