βαθμολογώ /vaθmoˈloʝo/ NounEnglishrate한국어평가하다 / 비율ExampleΟ [ρυθμός] (αναλογία/ποσοστό/ταχύτητα) του πληθωρισμού σταθεροποιήθηκε.The rate of inflation has stabilized.Εδώ το 'ρυθμός' είναι η πιο φυσική επιλογή για οικονομικά.