Σπάω / Ρωγμή /kræk/ NounEnglishcrack한국어금(가다) / 터지다ExampleΑυτή η κούπα έχει μια **ρωγμή** στο χείλος της.This cup has a crack in it.Η 'ρωγμή' είναι η πιο φυσική επιλογή για μικρά αντικείμενα.