ρόλος /ˈrolos/ NounEnglishrole한국어역할ExampleΗ Μαρία πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο (πρωταγωνιστικό/κεντρικό/κύριο) στην καινούργια παράσταση.She landed the lead role in the new play.Ο ρόλος εδώ είναι κυριολεκτικά η θεατρική θέση.