ρυθμός /riθmos/ Noun

English
pace
한국어
페이스

Example

  • Περπατούσαν με γρήγορο [ρυθμό].
  • They walked at a brisk pace.
  • Ο 'ρυθμός' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.